Παρότι το USB 2.0 κυκλοφόρησε το 2000, παραμένει παρόν σε πολλούς σύγχρονους φορητούς και desktop υπολογιστές. Ο λόγος δεν είναι η ταχύτητα, αλλά μια σειρά από πρακτικά πλεονεκτήματα που εξακολουθούν να το κάνουν χρήσιμο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας
Ένας από τους βασικούς λόγους που το USB 2.0 επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι η χαμηλότερη κατανάλωση ρεύματος σε σχέση με νεότερα πρότυπα. Ένα τυπικό USB 3.0 μπορεί να φτάσει έως τα 4,5W, ενώ το USB 2.0 περιορίζεται στα 2,5W.
Η διαφορά αυτή μπορεί να μην έχει ιδιαίτερη σημασία σε έναν σταθερό υπολογιστή, όμως σε embedded συστήματα, μικρές συσκευές και εξοπλισμό που λειτουργεί με πολύ περιορισμένη ισχύ, ακόμη και 2W λιγότερα είναι σημαντικά. Για τέτοιες χρήσεις, τα έως 480Mbps του USB 2.0 είναι συχνά υπεραρκετά.
Καλύτερη συμβατότητα με παλαιότερες συσκευές
Στη θεωρία, οι νεότερες θύρες USB 3.x και USB4 είναι συμβατές με παλαιότερες συσκευές. Στην πράξη όμως, αρκετά περιφερειακά συνεχίζουν να συνεργάζονται πιο αξιόπιστα μόνο μέσω USB 2.0.
Εκτυπωτές, ποντίκια, joysticks, τιμόνια, αλλά και παλαιότερα flash drives μπορεί να εμφανίσουν προβλήματα σε νεότερες θύρες. Το ίδιο ισχύει και σε διαδικασίες όπως boot από USB ή ενημέρωση BIOS, όπου αρκετά συστήματα συνεχίζουν να “προτιμούν” το USB 2.0 για λόγους συμβατότητας και σταθερότητας.
Λιγότερες παρεμβολές σε Wi-Fi και Bluetooth
Ένα λιγότερο γνωστό πλεονέκτημα του USB 2.0 αφορά τις ασύρματες συνδέσεις. Οι υψηλότεροι ρυθμοί σηματοδότησης του USB 3.0 μπορούν να δημιουργήσουν παρεμβολές στη ζώνη των 2,4GHz, εκεί δηλαδή όπου λειτουργούν Bluetooth, Wi-Fi και πολλά ασύρματα dongles.
Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένα setups, μια συσκευή ασύρματης σύνδεσης μπορεί να δουλέψει πιο σταθερά όταν είναι συνδεδεμένη σε θύρα USB 2.0 αντί για USB 3.0. Σε καθημερινή χρήση, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε πιο αξιόπιστη σύνδεση για ποντίκια, πληκτρολόγια, ακουστικά ή adapters.
Πιο κατάλληλο για ορισμένες audio συσκευές
Το USB 2.0 παραμένει πολύ διαδεδομένο και στον χώρο του ήχου. Πολλές USB audio interfaces, κάρτες ήχου και headsets συνεχίζουν να βασίζονται σε αυτό, όχι επειδή δεν υπάρχουν νεότερες επιλογές, αλλά επειδή το πρωτόκολλο είναι απλούστερο και πιο σταθερό για τέτοιου είδους χρήση.
Σε εφαρμογές ήχου, το ζητούμενο δεν είναι μόνο το bandwidth αλλά και η χαμηλή καθυστέρηση χωρίς απότομα spikes. Το USB 2.0 δεν έχει τις πιο επιθετικές λειτουργίες διαχείρισης ενέργειας που συναντώνται στο USB 3.0, κάτι που το κάνει πιο ασφαλή επιλογή για ηχογραφήσεις και real-time audio εφαρμογές.
USB-C έξω, USB 2.0 μέσα
Η παρουσία θύρας USB-C δεν σημαίνει απαραίτητα και νεότερο πρωτόκολλο μεταφοράς δεδομένων. Μια συσκευή μπορεί να χρησιμοποιεί υποδοχή USB-C αλλά να λειτουργεί εσωτερικά με προδιαγραφές USB 2.0.
Αυτό εξηγεί γιατί αρκετά σύγχρονα αξεσουάρ συνεχίζουν να βασίζονται στο USB 2.0, ακόμη και όταν υιοθετούν πιο σύγχρονο connector. Το φυσικό βύσμα και το πρωτόκολλο επικοινωνίας δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα.
Συμπέρασμα
Το USB 2.0 μπορεί να δείχνει ξεπερασμένο στα χαρτιά, όμως στην πράξη συνεχίζει να έχει ρόλο σε θέματα κατανάλωσης, συμβατότητας, σταθερότητας και παρεμβολών. Για αυτό και οι κατασκευαστές εξακολουθούν να το διατηρούν σε νέους υπολογιστές, ακόμη κι αν δίπλα του υπάρχουν πολύ ταχύτερες θύρες.
ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Προσθήκη σχόλιου